صور الصفحة
PDF
النشر الإلكتروني

Ω μη ξένων εξεςι μηδ' ασών τινά
Δόμοις δέχεσθαι, μηδέ σροσφωνείν τινά,
Ωθείν δ' αποίκων και τάδ' ότις άλλος ήν,
Η 'γω, 'π' εμαυτώ τάσδ' άρας ο οροςιθείς. 830
Λέχη δε το θανόνloς εν χερούν έμαϊν
Χραίνω, δι ών περ ώλετ' άρ' έφυν κακός και
Αρ' όχι πάς άναγνος ; εί με χρή φυγείν,
Καί μοι φυγόντι, μήτε τους έμες ιδείν,
Μήτ' έμβατεύειν πατρίδος ή γάμοις με δει 835
Μητρος ζυγήναι, και πατέρα κατακανείν
Πόλυβον, ος εξέφυσε καξέθρεψέ με.
Αρ' εκ απ' ώμε ταύτα δαίμονος τις αν
Κρίνων επ' ανδρί τωδ' ανορθοί λόγον και
Μή δητα, μη δήτ', ώ θεών αγνον σέβας, 840
Ιδοιμι ταύτην ημέραν. αλλ' εκ βροτών
Βαίην άφαύλος πρόσθεν, ή τoιάνδ' ιδεών
Κηλίδ' εμαυτώ συμφοράς άφιγμένην.

Χο. Ημίν μεν, ώναξ, ταύτ' όκνής'' έως δ' αν εν Προς το παρόνιος εκμάθης, έχ' ελπίδα. 845

Οι. Και μην τοσέτόν γ εςί μοι της ελπίδος, Τον άνδρα τον βοτήρα προσμείναι μόνον.

839. Επ' ανδρι τωδ', and the three next lines.

Io. Περασμένε δε, τίς ποθ' ή προθυμία και

Οι. Εγώ διδάξω σ' ήν γάρ ευρεθή λέγων Σοί ταύτ', έγων αν εκπεφευγοίην πάθος. 850

Ιο. Ποίον δε με περισσόν ήκεσας λόγον και

Οι. Λυς άς έφασκες αυτόν άνδρας εννέπειν, Ως νιν καλακτείναμεν" ο μεν εν έτι Λέξει τον αυτόν αριθμών, εκ εγώ κτανον" (Ου γαρ γένοιτ' αν είς γε τοις ωολλοίς ίσος) 855 Εί δ' άνδρ' έν oιόζωνον αυδήσει, σαφώς Τούτ' έςιν ήδη τέργον εις ημάς ρέπον.

Ιο. Αλλ' ώς φανέν γε τόπος ώδ' επίφασο: Κεκ έςιν αυτώ τετό γ εκβαλάν σάλιν. Πόλις γάς ήκεσ', εγώ μόνη, τάδε. 860 Εί δ' εν τι κάκτρέποίλο το πρόσθεν λόγο, Ούτοι ποτ', ώναξ, τον γε Λαίο φόνον

852. The apparent enigma, contained in this and the five next lines, would seem to regard this circumstance, that Edipus's person, though but one in itself, may be, (and has been repeatedly, as seen in treating the foregoing pieces,) conceived to be made up of many other human-like figures.

Φανει δικαίως ορθον, όν γε Λοξίας
Διειπε, χρήναι παιδος εξ εμέ θανείν.
Καί τοι νιν και κοινός γδ δύς ηνός πόλε 865
Κατέκλαν' αλλ' αυτος πάροιθεν ώλετο.
Ως εχί μαντείας και αν, έτε τηδ' εγώ
Βλέψαιμ' άν, ένεκ', ότε τηδ' αν ύςερον.

Οι. Καλώς νομίζεις· αλλ' όμως τον εργάτην Πέμψον τινά σελέντα. μηδέ τετ' αφής. 870

Ιο. Πέμψω ταχίνασαλλ' ίωμεν ες δόμος. Ουδέν γάρ αν πράξαιμαν ών ο σοί φίλον.

SCENA QUINTA.

ΑΝΤΙΣΤΡΟΦΙΚΑ.

ΣΤΡΟΦΗ Α.

ΧΟΡΟΣ.
Ει μοι ξυνείν φέρoντι μοίρα ταν
Εύσεπ7ον αγνειαν λόγων
Εργων τε πάντων, ών νόμοι κρόκεινται
Υψίποδές και ερανίαν δι αιθέρα

875

863. Ον Λοξιας διειπε-θανειν.

[ocr errors]
[ocr errors]
[ocr errors]

880

Τεκνωθέντες. ών Ολυμπος
Πατήρ μόνος, έδε νιν θνατά
Φύσις ανέρων έτικτεν, έδε
Μήν πόλε λάθα κατακoιμάσει.
Μέγας έν τέτοις θεός,
Ουδε γηράσκει.

ΑΝΤΙΣΤΡΟΦΗ Α.
Υβρις φυτεύει τύραννον ύβρις, ήν
Πολλών υπερπλυσθή μάταν,
A μη 'πίκαιρα μηδέ συμφέροντα
Ακροτάταν είσαναβάσαπότομον,
Ανώρισεν εις ανάγκαν:
O9' ποδι χρησίμω χρήται.
Το καλώς δ' έχον πόλει πάλαισμα
Μήποτε λύσαι θεόν αίτομαι.
Θεόν & λήξω σοτέ
Προςάταν ίσχων.

885

800

ΣΤΡΟΦ Η Β.

Ει δέ τις υπέροπία χερσίν
Η λόγω πορεύεται

895

900

Δίκας αφόβηλος, οδε .
Δαιμόνων έδη σέβων,
Κακά νιν έλoιτο μοίρα,
Δυσπότμε χάριν χλιδάς,
Ει μη το κέρδος κερδανει δικαίως,
Και των ασέπ7ων έρξεται,
Η των αθίκτων έξεται ματάζων.
Τίς έτι ποτ' εν τέτοις ανώς
Θυμώ βέλη έξεται
Ψυχάς αμίνες και ο γαρ αι
Τουαί δε πράξεις τίμιαι,
Τί δε με χορεύειν και

ΑΝΤΙΣΤΡΟΦΗ Β.
Ουκέτι τον άθικτον είμι
Γας επ' ομφαλόν σέβων,
Ουδ' εις τον Αβαϊσι ναόν,
Ουδέ τάν Ολυμπίαν, -
Ει μη τάδε χειρόδεικία
Πάσιν αρμόσει βροτοίς.
Αλλ', ώ κρατίνων, είπες όρθ' ακούεις,
Ζευ, σάντ' ανάσσων, μη λάθη

905

910

« السابقةمتابعة »